
Εδώ θα μείνει μόνο ετούτο το καράβι
το σκαρωμένο από πέτρα, και χώμα κι ανθρώπους[...]
Θα μείνει απάνω του το μέγα ετούτο φως
πιο αψύ κι απ' το κρασί - πιο μαλακό
κι απ' το ψωμί - πιο αράγιστο κι απ' το διαμάντι
πιο διάφανο κι απ' τη σταγόνα της δροσιάς
χαράματα στα πέταλα του ρόδου.
Θοδώσης Πιερίδης
Κυπριακή Συμφωνία (1956)
φωτογραφία: bbc.co.uk
Η λάσπη είναι περίεργο πράγμα. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο στην πράσινη γη του Θεού από γη, εκτός από το βυθό της θάλασσας. Κι αυτή λάσπη είναι, τώρα που το σκέφτομαι. Η λάσπη κάνει πράσινο το χορτάρι, το βοηθά να αναπνέει. Το διαμάντι στο χέρι της γυναίκας μου δεν είναι παρά λάσπη που πυρακτώθηκε. Τι άλλο είμαστε εμείς παρά λάσπη που φυσήχτηκε από τα χέρια του μεγαλοδύναμου Θεού;
- Ρεαλιστικά μιλώντας, ίσως, θα εγκρίνουν το μισό κονδύλι. Μετά που θα τους δείρουμε.
- Επομένως θα κτίσουμε μισό αυτοκινητόδρομο. Ένα μίλι άσφαλτο, ένα μίλι χώμα, ένα μίλι άσφαλτο, ένα μίλι χώμα... μέχρι το Shreveport.
- Ma πώς θα οδηγήσει κάποιος σε αυτό το πράγμα; Δε θα το ανεκτούν. Προτιμούν τους δρόμους τελειωμένους.
- Ακριβώς.
Δε μένει τίποτα να κάνεις ή να πεις εκτός από ότι ο Θεός και το τίποτα έχουν πολλά κοινά. Αυτό που δε ξέρεις, είναι ότι έχεις λάθος.
The road that they walk on is paved in gold
And it's always summer, they'll never get cold
They'll never get hungry
They'll never get old and gray
You can see their shadows
Wandering off somewhere
They won't make it home
But they really don't care They wanted the highway
They're happy there today, today
awake
shake dreams from your hair, my pretty child, my sweet one
choose the day, and choose the sign of your day,
the day's divinity, first thing you see.
a vast radiant beach and cool jewelled moon
couples naked race down by its quiet side
and we laugh like soft, mad children,
smug in the woolly cotton brains of infancy.
the music and voices with all around us.
choose, they croon, the ancient ones, the time has come again.
choose now, they croon, beneath the moon, beside an ancient lake.
enter again the sweet forest.
enter the hot dream, come with us.
everything is broken up and dances.
indian scattered on dawn's highway bleeding.
ghosts crowd the young child's fragile eggshell mind.
we have assembled inside this ancient and insane theatre
to propagande our lust for life and flee the swarm of wisdom's restraints.
the barns are stormed, the windows kept
and only one of all the rest
can dance and save us from the divine mockery of words.
music inflames temperament.
oh, great creator of being
grant us one more hour
to perform our art and perfect our lives.
we make great golden combinations.
when a true king's murderer has been allowed to roam free
a thousand magicians arise in the land.
where are the feasts we were promised?
(after a few seconds in the end of the recording Jim says :
"thank you oh lord for the white blind light
thank you oh lord for the white blind light
a city will rise from the sea
i had a splitting headache
from which the future is made")θυμήσου ότι ήταν απλά ένας φαρμακοποιός
που έγραφε μουσική για να χαλαρώσει,
το σπίτι του ήταν γεμάτο κόσμο:
φοιτητές, καλλιτέχνες, μέθυσους, αλήτες,
και δεν ποτέ δεν ήξερε να πει: όχι.
την επόμενη φορά που θα ακούσεις το Borodin
θυμήσου ότι η γυναίκα του χρησιμοποιούσε τις συνθέσεις του
για τα κουτιά των γάτων
ή κάλύπτε κουτιά με ξυνισμένο γάλα,
αυτή είχε άσθμα και αυπνία
και τον τάιζε ψιλοβρασμένα αβγά
και όταν αυτός ήθελε να καλύψει το κεφάλι του
για να κλείσει απ' έξω τους θορύβους του σπιτιού
αυτή τον άφηνε να χρησιμοποιήσει μόνο το σεντόνι,
εξάλλου συνήθως κάποιος κοιμόταν στο κρεβάτι του
(κοιμούνταν ξεχωριστά όταν σπάνια κοιμούνταν)
κι αφού όλες οι καρέκλες
ήταν συνήθως πιασμένες,
αυτός κοιμόταν στις σκάλες
τυλιγμένος με ένα παλιό σάλι
του έλεγε πότε να κόψει τα νύχια του,
να μην τραγουδά ούτε να σφυρίζει,
να μη βάζει πολύ λεμόνι στο τσάι του
ούτε να το πιέζει με το κουτάλι
Συμφωνία #2, σε B Μινόρε
Ο πρίγκηπας Ίγκορ,
στις στέπες της κεντρικής Ασίας,
μπορούσε να κοιμηθεί μόνο βάζοντας
στα μάτια ένα σκούρο ρούχο
Το 1887 παρεβρέθηκε σε ένα χορό
της Ιατρικής Ακαδημίας
ντυμένος με ένα χαρωπό εθνικό κοστούμι,
επιτέλους φαινόταν εξαιρετικά εύθυμος
κι όταν έπεσε στο πάτωμα
νόμισαν ότι έκανε πλάκα.
την επόμενη φορά που θα ακούσεις το Borodin,
θυμήσου...
Charles Bukowski
"Κυριακή. Η δυστυχία μιας συνεχιζόμενης αρχής, η απουσία της αυταπάτης ως προς το ότι όλα δεν είναι παρά μια αρχή κι ούτε καν μια αρχή, η τρέλα των άλλων που δεν το ξέρουν αυτό και παίζουν πχ ποδόσφαιρο, για να "προχωρήσουν" επιτέλους, η δική μας τρέλα θαμμένη στον εαυτό της σαν σε φέρετρο, η τρέλα των άλλων που πιστεύουν ότι εδώ βλέπουν ένα αληθινό φέρετρο, δηλαδή ένα φέρετρο που μπορεί κανείς να το μεταφέρει, να το ανοίξει, να το καταστρέψει, να το αλλάξει." 16.10. 1921

Απ΄ αυτές τις τρύπες θα έμπαινε ο ήλιος και θα έλιωνε τους πάγους. Όλη η γη θα γινόταν μια θάλασσα και θα γλίτωνε μόνο ένα πλοίο στο οποίο οι άνθρωποι και τα άλλα ζώα είχαν συμφωνήσει να μη βάλουν δεινόσαυρους. Αυτοί, οι βασιλιάδες της γης θα εξαφανίζονταν για πάντα και να δούμε ποιον ανίκανο θα έβαζαν στη θέση του βασιλιά. Κανένα τεμπελχανά που θα κοιμόταν όλη μέρα.
Έφτιαξαν επιτροπή και πήγαν να δουν ποιος είναι υπεύθυνος για το πλοίο. Είδαν ένα βοσκό, χάλια μεζέ, που τους εξήγησε ότι οι εντολές του ήταν σαφείς. Όχι δεινόσαυροι. Τους εξήγησε κι από πού προήλθαν οι εντολές και τους κούφανε. “Μα αν αυτός που λες γέροντα έχει φτιάξει τα πάντα, μας έχει φτιάξει κι εμάς. Γιατί μας θέλει να χαθούμε;” Ο γέροντας κοίταξε ψηλά στον ουρανό και τους είπε ότι ήταν τέτοια η σοφία που κρυβόταν στα αποφάσεις του ουρανού που οι δεινόσαυροι ήταν πολύ μικροί να την κατανοήσουν.
“Ρε σεις, είπε ο αρχηγός δεινόσαυρος, είστε σίγουροι ότι αυτοί είναι στα καλά τους; Τι πά να πει πολύ μικροί για να κατανοήσουμε; Αν είναι να χαθούμε ας χαθούμε αλλά φτάνει πια με τις αηδίες περι σοφίας!”
Οι δεινόσαυροι χάθηκαν, οι άνθρωποι και τα ζώα επέζησαν κι όρισαν το λιοντάρι βασιλιά. Για αρκετό καιρό η ζωή κυλούσε όπως πριν μέχρι που οι άνθρωποι σφετερίστηκαν την εξουσία κι άρχισαν ζημιές μεγαλύτερες κι απ' αυτές των δεινοσαύρων - που παρακολουθούσαν από τον ουρανό κοροιδεύοντας το γέροντα:- Εε γέροντα, θέλεις να πεις ότι με όλες αυτές τις βόμβες και τους πολέμους σοβαρά οι δικοί σου ασχολούνται με τα κλιματιστικά;
Ο γέροντας θλιμμένος, πήγε και βρήκε τον προφήτη δεινόσαυρο. “Με έχουν τρελάνει στο δούλεμα. Έλεος!” “Είναι που δεν κατάλαβες ακόμα, του απάντησε. Η φύση δε χάνεται ποτέ. Αναδημιουργείται, ακόμα κι αν το κάνει σε άλλο σημείο του σύμπαντος. Εσείς είναι που θα χαθείτε κι αντί να το καταλάβετε αυτό και να κάνετε κάτι αλληλοσκοτώνεστε και καίτε ότι βρείτε. ¨Οπως και με μας, η ίδια φύση που έδωσε τη θέση μας σε σας θα δώσει τη δική σας θέση σε κάποιους άλλους.”
“Και οι άνθρωποι θα έρθουν εδώ στον παράδεισο;” “Περίπου. Τώρα είναι παράδεισος γιατί δεν έχουν έρθει ακόμα. Μόλις φτάσουν θα μετατραπεί σε κόλαση. Καλά, δε διάβασες τις γραφές;”
Ο P. Chang από το Χογκ Κογκ και η Λαρίσα από την Ουκρανία μου έστειλαν sms προτείνοντάς μου να συνεργαστούμε. Υπάρχουν σπαμ και ιοί στα κινητά;
Η τράπεζα μου έστειλε επιστολή ότι οι κινήσεις της πιστωτικής μου θα είναι στη διάθεση της κυβέρνησης των uber alles στα πλαίσια της καταστολής της τρομοκρατίας.
Σε μια τελευταία προσπάθεια μελαγχόλησης πήγα κι είδα τρία φιλικά παιχνίδια του Ολυμπιακού στο μπάσκετ. Λείπουν ο Τζιοβάνι και ο Αλέφαντος για να φτιάξουμε το πιο διασκεδαστικό σύνολο στην ιστορία του αθλητισμού. Φέτος θα βλέπω μπάσκετ.
Το μόνο που μετάνιωσα είναι ότι δεν πήρα αυτόγραφο από το Γκάλη. Δε πειράζει όμως. Με το ρυθμό που πάει η κατάσταση, θα πω στο Μπιν να μου δώσει ένα δικό του την επόμενη φορά που θα του δώσω μετρητά.

Η πέτρα ήταν στεγνή και ζεστή, την πίεσα λέει πάνω στο στόμα μου και είχε την αλμύρα όλων των θαλασσινών βυθών και αποστάσεων, τη γεύση μακρινών νησιών, τόπων χαμένων κάτω από κυρτά φυλλώματα, εύθραυστων ψαροκόκκαλων, φυκιών, σαπίλας. Τα κυματάκια που έσκαγαν μπροστά μου στο γιαλό, μιλούν με ανθρώπινη φωνή, αφηγούνται ψιθυριστά μια αρχαία καταστροφή, ίσως τη λεηλασία της Τροίας ή την καταβύθιση της Ατλαντίδας. Κάθε είδους χείλος γλυφό, αστραφτερό.
Υδάτινες χάντρες σπάνε και πέφτουν σε μια αλυσίδα από ασήμι, στην άκρη ενός κουπιού. Βλέπω στο βάθος το μαύρο καράβι να ζυγώνει ολοένα και πιο απειλητικό κάθε στιγμή που περνά. Είμαι εκεί. Ακούω το τραγούδι σας των σειρήνων. Είμαι εκεί, σχεδόν φτάνω."
Παρακαλείται η Μαίρη Πόππινς αρπάξει την ομπρέλα για να έρθει να συγυρίσει κάτι παρόμοιο!
Σπατάλησα άλλες δυο ώρες από τον ελεύθερο μου χρόνο να δείχνω κοινωνική ευαισθησία και να βλέπω ντοκυμαντέρ για τους πύργους. Κι όλα αυτά γιατί το μόνο που με ένοιαξε τότε ήταν να βρω στο τηλέφωνο συγκεκριμένα άτομα να μου πουν ότι είναι καλά. Στο τηλέφωνο που επέμενε ότι η σύνδεση ήταν αδύνατη λόγω κακών καιρικών συνθηκών, λες και δε βούιξε ο τόπος.Στην τηλεόραση είδα όσα πρόλαβα εκείνο το βράδυ μια και έπαιζε ο Παναθηναικός (ο Παναθηναικός συνήθως δε νικά ΟΥΤΕ το σιδέρωμα) και τι θα ήμασταν χωρίς προτεραιότητες σ' αυτή τη ζωή ; Είδα μήνες μετά κάτι καπνούς που τράβηξε με το κινητό του ένα από τα γαιδούρια που έψαχνα, ενώ έπινε μπίρες και νόμιζε ότι ήταν σε σκηνικό του Χόλυγουντ.
Ήταν πολύ φρέσκα τότε οι επιθέσεις στη Σερβία και τα λοιπά ανδραγαθήματα, πολύ πρόσφατες οι διαδηλώσεις κι οι εικόνες της φρίκης, κι είχα αποφασίσει ότι το αίμα που χύθηκε δεν ήταν ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο απ' όσο χύθηκε και χύνεται αλλού καθημερινά. Εν ολίγοις, κι εγώ μπίρες έπινα κι έβλεπα τη μπάλα.
Τώρα τι με έπιασε και τα ξαναβλέπω ακόμα να καταλάβω. Μπορεί να φταίει το "Δεν ξεχνώ" γιατί τύψεις δε βλέπω να έχω. Αν πλησιάσουν οι Σλοβένοι στο σκορ, οι μπίρες είναι έτοιμες στο ψυγείο.
Ο Γκάρυ Όλτμαν είναι ο διάβολος με κόκκινο κολάν και διεκδικεί τη ψυχή του Τζέιμς Μπράουν. Ο Οδηγός με την αστραφτερή Z4 πρέπει να βοηθήσει τον Μπράουν να κερδίσει την κούρσα με το διάβολο και να σώσει τη ψυχή του. Όλα αυτά, εις βάρος του γείτονα Μέριλιν Μάνσον που ψάχνει να βρει λίγη ησυχία να μελετήσει τη Βίβλο.
(Εναλλακτικός τίτλος: σκοτώνω την ώρα μου με ότι νάναι γιατί δε θέλω να δουλέψω και τι καλή δικαιολογία τα φιλμάκια της bmw!)
Και καλό φθινόπωρο!
Κατα τη διάρκεια της σιωπής ταξιδεύει σε ότι την ενοχλεί. Ο κατάλογος ατέλειωτος όταν θέλει να τρώγεται με τα ρούχα της. Χάνεται στο παρελθόν, παθαίνει κρίσεις πανικού με το παρόν, κριτικάρει τι δε θα καταφέρει στο μέλλον.
Στο τέλος της περιπλάνησης θυμάται που βρίσκεται. Ο σημερινός απέναντι είναι αμήχανος. Κάνει ότι μπορεί για να κρύψει την απορία του. Για να σπάσει τον πάγο κάνει ένα αστείο και αυτός αρπάζει την ευκαιρία να συνεχίσει άλλη μια ανούσια συζήτηση. Όχι, δεν έσπασε ο πάγος, απλά έγινε νερό. Που ξεπλένει, που αποχρωματίζει, που ξενερώνει.
Λένε καληνύχτα και ξέρει ότι μόνο τυχαία θα τον ξαναδεί. Όπως τους προηγούμενους αμήχανους που φρίκαραν και σωστά αποφάσισαν να μη μπλέξουν σε αυτή την κατάσταση. Η ίδια την αποκαλεί ελεγχόμενη κατάθλιψη. Έχει γίνει άσος στο συμπεριφορικό μακιγιάζ, στην εξάντληση και στην υπερκόπωση. Μετατρέπει την μιζέρια σε υπερένταση.
Παραδέχεται ότι δεν της πολυαρέσει εδώ που έμπλεξε αλλά παραδέχεται κι ότι δε θέλει να το σταματήσει. Θέλει να της το σταματήσουν. Να βρεθεί κάποιος να την καταλάβει και να αναλάβει να το σταματήσει. Κι αν την αγαπά, αστειεύτηκε κάποτε η ίδια, να λυθούν δυο προβλήματα με τη μια. Εννοείται, με τους ελάχιστους που δε φρίκαραν, ο πάγος δεν έγινε ποτέ νερό. Βρήκε άλλο τρόπο να τους αποφύγει.
Τους εκτίναξε στο διάστημα σα μικρές κουκίδες, σαν αστεράκια. Για όλο τον κόσμο ο ουρανός είναι ανοικτοσύνη. Γι' αυτήν είναι μάτια που την παρακολουθούν ακατάπαυστα, κουβέρτα που τη σκεπάζει. Όλα τα μάτια που είδε στη ζωή της, μακριά, ψηλά. Και τριγύρω της κανείς.
Πότε ανέβηκαν όλοι εκεί πάνω; Κι αυτή; Τάχα περιμένει τη σκάλα να ανέβει, σίγουρη ότι αυτή δε θάρθει. Χωρίς να επενδύει, χωρίς να ρισκάρει.Προτιμά να στέκεται στη σιγουριά της γης και να μιλά με τ' άστρα ακόμα κι αν ξέρει ότι άστρο δε θα γίνει. Και τρώγεται με τα ρούχα της. Χάνεται κάπου στο παρελθόν, παθαίνει κρίσεις πανικού με το παρόν και κριτικάρει τι δε θα γίνει στο μέλλον.
"Της γαλάζιας θάλασσας η απεραντοσύνη
Ω δόξα του Αρχιμήδη και μούσα μου γλυκιά
Κρατάει στον αφρό της τα υπερωκεάνια
Τις βάρκες τα γκαζάδικα τα αντιτορπιλικά
Και έχουν τα πλοία πάνω τους για να τα κυβερνάνε
Καπετάνιους μακαρίους επιπλέοντες
Και ροβεσπιέρους και δαντόν και ναπολέοντες
Χωρίς αυτούς η γη δεν θα κουνιόταν πια
Και θα ‘τανε αχρείαστα τόσα χρυσά μανίκια
Δεν θα ‘φτανε ο Κολόμβος ως την Αμερική
Στον κόσμο αν δεν υπήρχανε άνθρωποι και ποντίκια
Την τύχη τους να βρίζουνε κάτω στη μηχανή
Όσοι σκούζουν προχωρήστε οι μπροστινοί
Κι όσοι κλείνουνε την θλιβερή πορεία
Στην ατέλειωτη της πλέμπας λιτανεία
Για να πάνε πιο μπροστά όλοι μαζί
Καράβι ταξιδεύει χωρίς τον καπετάνιο
Αν και κομμάτι δύσκολο νομίζω πως μπορεί
Μα πάει στον πάτο σούμπιτο χωρίς να έχει ρουφιάνο
Είναι μια επιστήμη της θάλασσας κι αυτή
Κι αν τύχαινε να στριμοκωλιαστώ
Κι αν δεν ήξερα αλλιώς να επιβιώνω
Και τα στιχάκια μου στους ώμους να σηκώνω
Ποιος ξέρει αν δεν κάρφωνα κι εγώ
Έτσι λοιπόν τραγούδαγε ένας τραγουδοφτιάχτης
Ρεμβάζοντας την θάλασσα από την κουπαστή
Μα κάπου παραπάτησε κι έπεσε στα νερά της
Κι όμως κανείς δεν του ‘ριξε σωσίβιο να σωθεί
Του πλοίου ο τεμπελχανάς ήταν κι ο ακαμάτης
Συνέχεια την λουφόβγαζε κι ας ήταν σκέτος ναύτης
Συνέχεια την λουφόβγαζε κι έπαιζε μουσική
Και όλοι του ζηλεύανε την τέχνη του αυτή
Μα ο Άη Νικόλας άγιε μου μεγάλη σου η χάρη
Πως έτσι του την βίδωσε δεν μάθαμε ποτέ
Βάζει μια νάρκη ο κόπανος το πλοιο να φουντάρει
Και ένα καρχαρία να φάει τον χαφιέ
Και έστειλε στον ποιητή ένα μικρό δελφίνι
Κι αφού απ’ τα πετρέλαια πρώτα καλά τον πλύνει
Να τον αφήσει το γιατί εμένα μην ρωτάς
Στο χρυσό χαμόγελο μιας ακρογιαλιάς"
Βασίλης Νικολαίδης



