Αυτοβιογραφία σε πέντε σύντομα κεφάλαια
πηγή: http://www.wearysloth.com/
There is a deep hole in the sidewalk
I fall in.
I am lost ... I am helpless.
It isn't my fault.
It takes me forever to find a way out.
There is a deep hole in the sidewalk.
I pretend I don't see it.
I fall in again.
I can't believe I am in the same place
but, it isn't my fault.
It still takes a long time to get out.
There is a deep hole in the sidewalk.
I see it is there.
I still fall in ... it's a habit.
my eyes are open
I know where I am.
It is my fault.
I get out immediately.
There is a deep hole in the sidewalk.
I walk around it.
V
Στην αλληλογραφία τους η Eloisa δηλώνει "I am judged religious at a time when there is little in religion which is not hypocrisy, when whoever does not offend the opinions of men receives the highest praise."
Τα νοσοκομεία δε συνίσταται να στολίζουν τους τοίχους με εικόνες κλόουν, για να μην τρομάζουν οι μικροί ασθενείς και χαρακτήρες από διάσημα καρτούν έχουν αυτή τη φοβία. Οι κλόουν είναι από απλώς κακοί μέχρι δολοφόνοι σε κάποια θρίλερ, κρυμμένοι πίσω από μια μάσκα που απ' ότι φαίνεται προκαλεί αρκετά εύκολα τη δυσπιστία των ενηλίκων. Κι αν συνεχίζω να διαβάζω άρθρα για το θέμα, θα αρχίσω να πιστεύω ότι δεν σχεδόν κανείς δε γελά με τους κλόουν.
Μετά τον Χανς Σνηρ, το μόνο που θυμάμαι είναι ο κλόουν που ούτε το tantum ergo τον βοηθά πια και οι τυχαίοι; ποπ στίχοι των Roxette: I fall asleep to the sound, of tears of a clown, prayers gone by... Aν κάτι ταιριάζει στους κλόουν, είναι η τραγική ειρωνεία.
"The Rat was sitting on the river bank, singing a little song. He had just composed it himself, so he was very taken up with it, and would not pay proper attention to Mole or anything else. Since early morning he had been swimming in the river, in company with his friends the ducks. And when the ducks stood on their heads suddenly, as ducks will, he would dive down and tickle their necks, just under where their chins would be if ducks had chins, till they were forced to come to the surface again in a hurry, spluttering and angry and shaking their feathers at him, for it is impossible to say quite all you feel when your head is under water. At last they implored him to go away and attend to his own affairs and leave them to mind theirs. So the Rat went away, and sat on the river bank in the sun, and made up a song about them, which he called `DUCKS' DITTY.' "
Ονειρεύτηκα πως πηγαίναμε περίπατο μέσα σε ένα πλοίο, δεν ήταν όμως πλοίο, ήτανε σαν το σπίτι και το νερό, γύρω, ήτανε σαν τη γη. Οι τοίχοι ήταν ψηλοί, οι πόρτες στενόμακρες. Όλα ήταν ελαφρά, μπορούσαμε να τα μεταμορφώσουμε όπως θέλαμε.
Το κάναμε συχνά. Όταν βλέπαμε ένα βουναλάκι, ή ένα κομμάτι γη, ή και μια γέφυρα, τότε γκρεμίζαμε μια πόρτα, ή τη στρίβαμε, ή την πετούσαμε μέσα στο νερό και το σπίτι-πλοίο προχωρούσε τίποτα δεν το σταματούσε. Γλιστρούσε πάνω στα κύματα και νόμιζα πως και μέσα μου γλιστρούσα, νόμιζα πως ήμουν κάτω στο βυθό.
Ρίχναμε τις πόρτες, αλλάζαμε στους τοίχους θέση, περνούσαμε μέσα από σπηλιές και είδαμε τον ήλιο να πέφτει μες τη θάλασσα και να εξαφανίζεται.
Κι όταν νύχτωσε, μάζεψα άστρα και τα σκόρπισα μέσα στο νερό. Μετά σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, έπιασα το φεγγάρι και σου το κρέμασα γύρω από το λαιμό."

“Η πολιτεία κοιμάται. Μονάχα με την Ανατολή του ήλιου θα σημάνει το βούκινο ψηλά στις βίγλες κι οι πόρτες των τειχιών θα ανοίξουν. Τότε, ένας κόσμος ανάκατος θα αρχίσει να ξεχύνεται στους δρόμους, να βουίζει σαν ποτάμι και να διασταυρώνεται κάτω από τη μεγάλη κάμαρα της πύλης που οδηγεί στην εξοχή.”
... εκεί στην εξοχή, μια κυρά μόλις ξύπνησε από ένα μακρύ τετράωρο ύπνο. Σε ένα δωμάτιο πλάι σε μια λιμνούλα είναι έτοιμη για τη μέρα που ξεκινά. Η κυρά στέκεται στο παραθυρόφυλλο. Δε βλέπει “παρά μονάχα ένα στενό κομμάτι σμαλτωμένο ουρανό”, κι ένα ήλιο “να ρόδίζει τ' ακρογιάλια, να λιώνει σε μενεξελιά άχνη τα βουνά.”
Οι ευχές του Φλεβάρη δεν πρέπει να είναι κοντόπνοες. Ποιος θα τις γράψει και κυρίως ποιος θα τις μεταφέρει;
Ποιος άλλος; “Ένας γλάρος πηδάει από τη θάλασσα, φτεροκοπώντας τρομαγμένα, γράφει μεγάλον κύκλο στον αέρα, κι ύστερα, με καμπύλη άσπρη, λοξή, σβήνει τ' όραμα και βουτάει στο κύμα.”
Χρόνια Πολλά :-)


Εδώ θα μείνει μόνο ετούτο το καράβι
το σκαρωμένο από πέτρα, και χώμα κι ανθρώπους[...]
Θα μείνει απάνω του το μέγα ετούτο φως
πιο αψύ κι απ' το κρασί - πιο μαλακό
κι απ' το ψωμί - πιο αράγιστο κι απ' το διαμάντι
πιο διάφανο κι απ' τη σταγόνα της δροσιάς
χαράματα στα πέταλα του ρόδου.
Θοδώσης Πιερίδης
Κυπριακή Συμφωνία (1956)
φωτογραφία: bbc.co.uk

Η πέτρα ήταν στεγνή και ζεστή, την πίεσα λέει πάνω στο στόμα μου και είχε την αλμύρα όλων των θαλασσινών βυθών και αποστάσεων, τη γεύση μακρινών νησιών, τόπων χαμένων κάτω από κυρτά φυλλώματα, εύθραυστων ψαροκόκκαλων, φυκιών, σαπίλας. Τα κυματάκια που έσκαγαν μπροστά μου στο γιαλό, μιλούν με ανθρώπινη φωνή, αφηγούνται ψιθυριστά μια αρχαία καταστροφή, ίσως τη λεηλασία της Τροίας ή την καταβύθιση της Ατλαντίδας. Κάθε είδους χείλος γλυφό, αστραφτερό.
Υδάτινες χάντρες σπάνε και πέφτουν σε μια αλυσίδα από ασήμι, στην άκρη ενός κουπιού. Βλέπω στο βάθος το μαύρο καράβι να ζυγώνει ολοένα και πιο απειλητικό κάθε στιγμή που περνά. Είμαι εκεί. Ακούω το τραγούδι σας των σειρήνων. Είμαι εκεί, σχεδόν φτάνω."