Showing posts with label αποσπάσματα. Show all posts
Showing posts with label αποσπάσματα. Show all posts
Ο άνθρωπος που τα χείλη του σιωπούν, φλυαρεί με τα ακροδάκτυλα...


Μανχάταν 1909 ( φωτογραφία από wikipedia)

[...] Ο ουρανός μπροστά του έκλινε προς το βαθυκόκκινο και το μενεξεδί. Με μια ορμητική πνοή ο άνεμος σάρωσε τη γέφυρα. Ο Φρόιντ είδε το χαρτί που κρατούσε ο Γιουνγκ ένα δευτερόλεπτο νωρίτερα να πέφτει από το χέρι του. Ένα νέο φύσημα του ανέμου απείλησε να το ρίξει στη θάλασσα. Σηκώθηκε μ' ένα άλμα για να το μαζέψει.
Τα κατάφερε χωρίς δυσκολία, ευχαριστημένος που το σώμα του είχε παραμείνει σβέλτο παρά τις δοκιμασίες.Το βλέμμα του έπεσε στο γράμμα του Γιουνγκ. Διέτρεξε μερικές αράδες χωρίς να νιώθει ιδιαίτερη ντροπή.

      Όπως πάντα, η θάλασσα διαθέτει ένα μεγαλείο και μια απλότητα συμπαντικής φύσεως, που επιβάλλει τη σιωπή. Γιατί τι μπορεί να πει ο άνθρωπος, ιδιαίτερα τη νύχτα, όταν ο ωκεανός είναι μόνος με τον αστερόεντα ουρανό; Ο καθένας κοιτάζει μακριά, αμίλητος, παραιτημένος από κάθε προσωπική δύναμη, ενώ παλιές κουβέντες, παλιές εικόνες περνούν πολυάριθμες από το νου του. Η θάλασσα είναι όπως η μουσική: φέρνει μέσα της και αγγίζει όλα τα όνειρα της ψυχής.

Σε αντίθεση με το Γιουνγκ, ο Φρόιντ αρνιόταν πάντα "να παραιτηθεί από κάθε προσωπική δύναμη", αλλά αυτές οι φράσεις βρήκαν απήχηση μέσα του."Η θάλασσα φέρνει μέσα της όλα τα όνειρα της ψυχής". Έτσι λοιπόν, η ψυχανάλυση, το ασυνείδητο,η ερμηνεία των ονείρων, όλα αυτά δεν ήταν παρά λίγος αφρός μέσα σε ένα σύμπαν για πάντα απροσπέλαστο; Έριξε μια τελευταία ματιά στο γράμμα.

      Η ομορφιά της θάλασσας οφείλεται στο ότι μας αναγκάζει να καταδυθούμε στους γόνιμους βυθούς της ψυχής, όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον εαυτό μας. Για την ώρα είμαστε ακόμα εξαντλημένοι από τη φουρτούνα των τελευταίων ημερών.[...]

Ο τίτλος και το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Luc Bossi 'Ο Φρόιντ στο Μανχάτταν'.

Αυτοβιογραφία σε πέντε σύντομα κεφάλαια


 πηγή: http://www.wearysloth.com/

 

I
I walk down the street.
There is a deep hole in the sidewalk
I fall in.
I am lost ... I am helpless.
It isn't my fault.
It takes me forever to find a way out.

II
I walk down the same street.
There is a deep hole in the sidewalk.
I pretend I don't see it.
I fall in again.
I can't believe I am in the same place
but, it isn't my fault.
It still takes a long time to get out.

III
I walk down the same street.
There is a deep hole in the sidewalk.
I see it is there.
I still fall in ... it's a habit.
my eyes are open
I know where I am.
It is my fault.
I get out immediately.

IV
I walk down the same street.
There is a deep hole in the sidewalk.
I walk around it.

V
I walk down another street.

Η Portia Nelson,  τραγουδίστρια, τραγουδοποιός και ηθοποιός, έγραψε ένα βιβλίο για να περιγράψει τη μάχη της με τον καρκίνο και τη μαστεκτομή στο οποίο περιλαμβάνεται αυτό το ποίημα. Όσοι έλιωσαν την κασετα με το Sound of music, θα τη θυμούνται από κει, με τη στολή της καλόγριας και τα καλώδια του αυτοκινήτου των ναζί στο χέρι. Όσοι πάλεψαν με βουλιμία, ανορεξία ή κατάθλιψη την ξέρουν από αυτό το ποίημα που είναι μια από τις πιο σαφείς και πετυχημένες παραστάσεις των σταδίων της επούλωσης.
Eloisa to Abelard




How happy is the blameless vestal's lot!
world forgetting, by the world forgot.
Eternal sunshine of the spotless mind!
Each pray'r accepted, and each wish resign'd;
Labour and rest, that equal periods keep;
"Obedient slumbers that can wake and weep;"
Desires compos'd, affections ever ev'n,
Tears that delight, and sighs that waft to Heav'n.
Grace shines around her with serenest beams,
And whisp'ring angels prompt her golden dreams.
For her th' unfading rose of Eden blooms,
And wings of seraphs shed divine perfumes,
For her the Spouse prepares the bridal ring,
For her white virgins hymeneals sing,
To sounds of heav'nly harps she dies away,
And melts in visions of eternal day. (v. 207 - 222)

Αντιγράφοντας από την περιγραφή του ποίηματος του Alexander Pope (το λινκ είναι κρυμμένο στον τίτλο): 
"Peter Abailard (1079-1142), at thirty-eight a famous scholar, became at this time the tutor of Eloisa, the eighteen-year-old niece of Fulbert, the canon of Paris. Their passionate secret love resulted in Eloisa's conceiving, whereupon Abelard removed her to Brittany. After refusing to agree to marriage for a long time because it would ruin Abelard's career in the church, Eloisa finally consented and the couple returned to Paris for a secret wedding. But the uncle's anger revived. Abelard took Eloisa to a convent at Argenteuil where she was professed as a novice. Her uncle then paid ruffians to attack Abelard in his lodgings and castrate him. After his various attempts at monastic life, students again gathered about Abelard and built him the halls and church of the Paraclete, sixty miles from Paris. Further persecution by his enemies or fear of them eventually led him to accept the Abbey of St. Gildeas in Brittany. When Eloisa's nuns were expelled from Argenteuil, he offered them the Paraclete and visited them as a spiritual director, until his visits caused scandal. Eloisa began the correspondence after a letter, addressed to an unfortunate friend, describing his adversities as a means of comforting the friend, fell into her hands."

Στην αλληλογραφία τους  η Eloisa δηλώνει "I am judged religious at a time when there is little in religion which is not hypocrisy, when whoever does not offend the opinions of men receives the highest praise."
Coulrophobia

Οι κλόουν είναι φτιαγμένοι για να μας κάνουν να γελάμε, κι όμως προκαλούν φόβο στα παιδιά κι αμηχανία στους ενήλικες. Η φοβία που προκαλούν έχει όνομα με ελληνικές ρίζες (οκ η λέξη φοβία αλλά το κωλοβαθριστές!), κι άφθονες επιστημονικές εξηγήσεις.

Τα νοσοκομεία δε συνίσταται να στολίζουν τους τοίχους με εικόνες κλόουν, για να μην τρομάζουν οι μικροί ασθενείς και  χαρακτήρες από διάσημα καρτούν έχουν αυτή τη φοβία. Οι κλόουν είναι από απλώς κακοί μέχρι δολοφόνοι σε κάποια θρίλερ, κρυμμένοι πίσω από μια μάσκα που απ' ότι φαίνεται προκαλεί αρκετά εύκολα τη δυσπιστία των ενηλίκων. Κι αν συνεχίζω να διαβάζω άρθρα για το θέμα, θα αρχίσω να πιστεύω ότι δεν σχεδόν κανείς δε γελά με τους κλόουν.

Μετά τον Χανς Σνηρ, το μόνο που θυμάμαι είναι ο κλόουν που ούτε το tantum ergo τον βοηθά πια και οι τυχαίοι; ποπ στίχοι των Roxette: I fall asleep to the sound, of tears of a clown, prayers gone by... Aν κάτι ταιριάζει στους κλόουν, είναι η τραγική ειρωνεία.

"Όταν παίζω μεθυσμένος, εκτελώ στα κουτουρού κινήσεις που δικαιώνονται μόνο από την ακρίβειά τους, και πέφτω στην οδυνηρότερη γκάφα που μπορεί να διαπράξει ένας κλόουν: γελάω με τα ευρήματά μου. Φρικτός εξευτελισμός. Όταν είμαι ξεμέθυστος, το άγχος με πνίγει ως τη στιγμή που βγαίνω (τις περισσότερες φορές σπρωκτός) στη σκηνή, και η "στοχαστική, κυριαρχημένη ευθυμία" που διακρίνουν κάποιοι κριτικοί, "πίσω από την οποία ακούς τον κτύπο της καρδιάς", δεν είναι παρά η απελπιστική μου αδιαφορία καθώς μεταμορφώνομαι σε μαριονέτα· και το χειρότερο το νήμα κάποτε σπάει και σωριάζομαι κάτω διαλυμένος. Κάτι τέτοιο θα παθαίνουν και οι καλόγεροι που κάνουν διαλογισμό."  Heinrich Böll







"What a great dose of sanity the wind in the willows is."



"The Rat was sitting on the river bank, singing a little song. He had just composed it himself, so he was very taken up with it, and would not pay proper attention to Mole or anything else. Since early morning he had been swimming in the river, in company with his friends the ducks. And when the ducks stood on their heads suddenly, as ducks will, he would dive down and tickle their necks, just under where their chins would be if ducks had chins, till they were forced to come to the surface again in a hurry, spluttering and angry and shaking their feathers at him, for it is impossible to say quite all you feel when your head is under water. At last they implored him to go away and attend to his own affairs and leave them to mind theirs. So the Rat went away, and sat on the river bank in the sun, and made up a song about them, which he called `DUCKS' DITTY.' "


Ο τίτλος είναι ένα από τα σχόλια στο youtube, το κέιμενο αντιγραφή από το ebook. Μου τα θύμισε το παπάκι με τα πέδιλα. Καλώς το καλοκαίρι.


A room with a view



"by the side of the everlasting Why, there is a Yes -- a transitory Yes if you like, but a Yes.

Suddenly she laughed, surely one ought to laugh. A young boy's melancholy because the universe wouldn't fit, because life was a tangle or a wind, or a Yes, or something." E.M.Forster
Η Κασσάνδρα και ο λύκος


"Αγαπημένη μου Κασσάνδρα,

Ονειρεύτηκα πως πηγαίναμε περίπατο μέσα σε ένα πλοίο, δεν ήταν όμως πλοίο, ήτανε σαν το σπίτι και το νερό, γύρω, ήτανε σαν τη γη. Οι τοίχοι ήταν ψηλοί, οι πόρτες στενόμακρες. Όλα ήταν ελαφρά, μπορούσαμε να τα μεταμορφώσουμε όπως θέλαμε.

Το κάναμε συχνά. Όταν βλέπαμε ένα βουναλάκι, ή ένα κομμάτι γη, ή και μια γέφυρα, τότε γκρεμίζαμε μια πόρτα, ή τη στρίβαμε, ή την πετούσαμε μέσα στο νερό και το σπίτι-πλοίο προχωρούσε τίποτα δεν το σταματούσε. Γλιστρούσε πάνω στα κύματα και νόμιζα πως και μέσα μου γλιστρούσα, νόμιζα πως ήμουν κάτω στο βυθό.

Ρίχναμε τις πόρτες, αλλάζαμε στους τοίχους θέση, περνούσαμε μέσα από σπηλιές και είδαμε τον ήλιο να πέφτει μες τη θάλασσα και να εξαφανίζεται.

Κι όταν νύχτωσε, μάζεψα άστρα και τα σκόρπισα μέσα στο νερό. Μετά σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, έπιασα το φεγγάρι και σου το κρέμασα γύρω από το λαιμό."

Μαργαρίτα Καραπάνου


Σελίδα 123

Πιο κοντινό βιβλίο είναι η Χρόνικα του Λεοντίου Μαχαιρά. Μου εξήγησαν ότι δεν πρέπει το λαπτοπ να κάθεται πάνω σε ύφασμα και το χρησιμοποιώ για σουβερ. Η σελίδα 123 από κει, όπως διάβασα στην πρόσκληση της LadyBlue , λέει στις περιόδους που ζητά το παιχνίδι:

Και ο κύριος Ερρίκος επιβιβάστηκε στις γαλέρες και πήγε κι αυτός στη Ρόδο όπου συνάντησε (το βασιλιά και) το στόλο. Λοιπόν, στη Ρόδο, οι μεθύστακες οι ναύτες λογόφερναν μεταξύ τους με αποτέλεσμα να σκοτωθούν πολλοί Κύπριοι και Ροδίτες (στα καράβια). Κι ο βασιλιάς διέταξε και διαλάλησαν να μην τολμήσει κανένας ξανά να προκαλέσει επεισόδια, γιατί θα χάσει το κεφάλι του.

Κι απ' το Κούριο του τότε, στο Κούριο του τώρα με ένα κύριο που "κάνει ότι μπορεί γιατί δεν είναι λαικός τραγουδιστής". Ε! πρέπει...






“Η πολιτεία κοιμάται. Μονάχα με την Ανατολή του ήλιου θα σημάνει το βούκινο ψηλά στις βίγλες κι οι πόρτες των τειχιών θα ανοίξουν. Τότε, ένας κόσμος ανάκατος θα αρχίσει να ξεχύνεται στους δρόμους, να βουίζει σαν ποτάμι και να διασταυρώνεται κάτω από τη μεγάλη κάμαρα της πύλης που οδηγεί στην εξοχή.”

... εκεί στην εξοχή, μια κυρά μόλις ξύπνησε από ένα μακρύ τετράωρο ύπνο. Σε ένα δωμάτιο πλάι σε μια λιμνούλα είναι έτοιμη για τη μέρα που ξεκινά. Η κυρά στέκεται στο παραθυρόφυλλο. Δε βλέπει “παρά μονάχα ένα στενό κομμάτι σμαλτωμένο ουρανό”, κι ένα ήλιο “να ρόδίζει τ' ακρογιάλια, να λιώνει σε μενεξελιά άχνη τα βουνά.”

Οι ευχές του Φλεβάρη δεν πρέπει να είναι κοντόπνοες. Ποιος θα τις γράψει και κυρίως ποιος θα τις μεταφέρει;

Ποιος άλλος; “Ένας γλάρος πηδάει από τη θάλασσα, φτεροκοπώντας τρομαγμένα, γράφει μεγάλον κύκλο στον αέρα, κι ύστερα, με καμπύλη άσπρη, λοξή, σβήνει τ' όραμα και βουτάει στο κύμα.”

Χρόνια Πολλά :-)


"Η γραμμή του ορίζοντος

Αν ήταν 1965, δε θα είχαν κάνει τίποτα και θα επιθυμούσαν ακόμα ο ένας τον άλλο, αν ήταν 1985, δε θα είχαν κάνει τίποτα για να μην αναγκαστούν να πουν το πρωί ότι έχουν μια δουλειά, θα είχαν χωρίσει με την πρώτη ματιά ή θα είχαν πέσει αναίσθητοι από το ποτό ώστε να μπορέσουν να κοιμηθούν μαζί, θα είχαν βαρεθεί ο ένας τον άλλο από το πρώτο άγγιγμα. Αν ήταν 1956 θα είχαν παντρευτεί, αν ήταν 1965, θα είχαν πάει σινεμά, θα πέρναγε το χέρι του στον ώμο της, θα την έσφιγγε λίγο, θα της χάιδευε το λαιμό, θα της έδινε ένα φιλί, θα τον απωθούσε χωρίς να τον απωθεί στ' αλήθεια, θα δεχόταν να τη φιλήσει προς το τέλος της ταινίας, το 1969 θα τον φίλαγε κι αυτή, μέχρι το 1973 θα τον φίλαγε κι αυτή κι από το 1975 δε θα πήγαιναν καθόλου σινεμά, θα έκαναν μια σοβαρή συζήτηση. Θα συζητούσαν πολύ σοβαρά για το μέλλον του κόσμου, για το παρελθόν που ήταν έτσι όπως σου λέω, το διάβασα. Μέχρι το 1979 θα συζητούσαν πολύ σοβαρά για την πορεία της ανθρωπότητας, στο βαθμό πού, στο μέτρο πού, σε τελευταία ανάλυση, ποια είναι η βασική αντίθεση, τι πρέπει να κάνουμε. Το πρωί θα είχαν μια δουλειά."
Χρήστος Βακαλόπουλος

Εδώ θα μείνει μόνο ετούτο το καράβι
το σκαρωμένο από πέτρα, και χώμα κι ανθρώπους[...]

Θα μείνει απάνω του το μέγα ετούτο φως
πιο αψύ κι απ' το κρασί - πιο μαλακό
κι απ' το ψωμί - πιο αράγιστο κι απ' το διαμάντι
πιο διάφανο κι απ' τη σταγόνα της δροσιάς
χαράματα στα πέταλα του ρόδου.

Θοδώσης Πιερίδης
Κυπριακή Συμφωνία (1956)


φωτογραφία: bbc.co.uk

John Banville: Η θάλασσα


"Έτσι όπως στεκόμουν μέσα σε κείνο το άσπρο φωτεινό κουτί, μεταφέρθηκα στιγμιαία σε μια μακρινή παραλία, πραγματική ή φανταστική, δε ξέρω τι απ' τα δυο, παρόλο που οι λεπτομέρειές της είχαν μια χαρακτηριστικά ονειρική ευκρίνεια, όπου καθόμουν στον ήλιο στην κορυφή της σχιστολιθικής άμμου κρατώντας στα χέρια μου μια μεγάλη πλατιά απαλή γαλάζια πέτρα.

Η πέτρα ήταν στεγνή και ζεστή, την πίεσα λέει πάνω στο στόμα μου και είχε την αλμύρα όλων των θαλασσινών βυθών και αποστάσεων, τη γεύση μακρινών νησιών, τόπων χαμένων κάτω από κυρτά φυλλώματα, εύθραυστων ψαροκόκκαλων, φυκιών, σαπίλας. Τα κυματάκια που έσκαγαν μπροστά μου στο γιαλό, μιλούν με ανθρώπινη φωνή, αφηγούνται ψιθυριστά μια αρχαία καταστροφή, ίσως τη λεηλασία της Τροίας ή την καταβύθιση της Ατλαντίδας. Κάθε είδους χείλος γλυφό, αστραφτερό.

Υδάτινες χάντρες σπάνε και πέφτουν σε μια αλυσίδα από ασήμι, στην άκρη ενός κουπιού. Βλέπω στο βάθος το μαύρο καράβι να ζυγώνει ολοένα και πιο απειλητικό κάθε στιγμή που περνά. Είμαι εκεί. Ακούω το τραγούδι σας των σειρήνων. Είμαι εκεί, σχεδόν φτάνω."